allenarådande på grekiska

Här ar alla allenarådande översättning till grekiska

allena

[alE:na] adv.
- ensamt, endast
μόνο
(ålderdomligt)
("αρχαϊκό")
Sammansättningar:
  • allenarådande - με μοναδικό έλεγχο, που μόνος ελέγχει κανείς μια κατάσταση, κυρίαρχος
Övrig: μόνο, με μοναδικό έλεγχο, που μόνος ελέγχει κανείς μια κατάσταση, κυρίαρχος

allenarådande

[2alE:narå:dande] adj.
- helt dominerande
κυρίαρχος (με μοναδικό έλεγχο, που μόνος ελέγχει κανείς μια κατάσταση)
Övrig: κυρίαρχος, με μοναδικό έλεγχο, που μόνος ελέγχει κανείς μια κατάσταση

ordAZ.se

Välkommen till OrdAZ, en plats som hjälper dig lära dig ett nytt språk på ett snabbt, enkelt och effektivt sätt.