allmängods på grekiska

Här ar alla allmängods översättning till grekiska

allmängods

[2Al:mengot:s] subst.
< allmängods, allmängodset >
- något som alla kan el. vet
κοινοτοπία (κτήμα όλων, κοινό κτήμα)
Övrig: κοινοτοπία, κτήμα όλων, κοινό κτήμα

gods

[got:s] subst.
< gods, godset >
- varor
εμπορεύματα
(även allmänt "material, stoff")
("και γενικά ”υλικό”")
Sammansättningar:
  • stöldgods - κλοπιμαία αντικείμενα
  • allmängods - δημόσιο κτήμα, κτήμα του καθενός
  • utfyllnadsgods - υλικό γεμίσματος
  • godstransport - μεταφορά εμπορευμάτων
  • godsvagn - φορτηγό βαγόνι
Övrig: εμπορεύματα, κλοπιμαία αντικείμενα, δημόσιο κτήμα, κτήμα του καθενός, υλικό γεμίσματος, μεταφορά εμπορευμάτων, φορτηγό βαγόνι

ordAZ.se

Välkommen till OrdAZ, en plats som hjälper dig lära dig ett nytt språk på ett snabbt, enkelt och effektivt sätt.