allmänna på grekiska

Här ar alla allmänna översättning till grekiska

allmän

[2Al:men:] adj.
< allmän, allmänt, allmänna >
- som delas av el. gäller alla, generell
γενικός (κοινός)
Exempel:
  • allmän försäkring - γενική ασφάλεια
  • allmän kurs (i engelska) - βασικός κύκλος μαθημάτων (αγγλικών)
  • allmän värnplikt - υποχρεωτική στρατιωτική θητεία
  • den allmänna opinionen - η κοινή γνώμη
  • allmänna val - κοινοβουλευτικές εκλογές
  • allmänna (väderleks)utsikter för tisdagen - γενική πρόβλεψη καιρού για την Τρίτη
  • av allmänt intresse - γενικού ενδιαφέροντος
Sammansättningar:
  • allmänläkare - παθολόγος, γιατρός γενικής ιατρικής
  • allmänmänsklig - ανθρώπινος, ανθρωπινός
  • allmänpolitisk - γενικού πολιτικού ενδιαφέροντος
Övrig: γενικός, παθολόγος, γιατρός γενικής ιατρικής, ανθρώπινος, ανθρωπινός, γενικού πολιτικού ενδιαφέροντος, κοινός

allmän

[2Al:men:] adj.
< allmän, allmänt, allmänna >
- vag, obestämd
αόριστος
Exempel:
  • en allmän känsla av obehag - ένα αόριστο αίσθημα (με γενική)
Övrig: αόριστος

allmän

[2Al:men:] adj.
< allmän, allmänt, allmänna >
- offentlig, statlig
δημόσιος (κρατικός)
Exempel:
  • allmän handling - δημόσιο έγγραφο
  • allmän plats - δημόσιος χώρος
  • allmän tjänst - κρατική θέση
  • allmän åklagare - δημόσιος κατήγορος, εισαγγελέας
  • allmänna medel - χρήματα του δημοσίου
  • det allmänna - η πολιτεία, το κοινωνικό σύνολο, η κοινωνία
  • allmänna kommunikationsmedel - δημόσια μέσα συγκοινωνίας
Uttryck:
  • det allmänna ("stat o. kommun, myndigheterna") - το δημόσιο (”κράτος, δήμοι, αρχές”)
Övrig: δημόσιος, κρατικός

ordAZ.se

Välkommen till OrdAZ, en plats som hjälper dig lära dig ett nytt språk på ett snabbt, enkelt och effektivt sätt.