ankdamm på grekiska

Här ar alla ankdamm översättning till grekiska

anka

[[email protected]:ka] subst.
< anka, ankan, ankor >
- en tam and
πάπια
Sammansättningar:
  • ankdamm - λιμνούλα με πάπιες
Övrig: πάπια, λιμνούλα με πάπιες

ankdamm

[[email protected]:kdam:] subst.
< ankdamm, ankdammen, ankdammar >
- miljö där ingenting händer el. där småsaker får orimliga proportioner
καθυστερημένο ή στάσιμο περιβάλλον (περιβάλλον όπου δεν συμβαίνει τίποτε ή μικροπράγματα παίρνουν παράλογες διαστάσεις)
(bildligt)
("μεταφορικά")
Övrig: καθυστερημένο ή στάσιμο περιβάλλον, περιβάλλον όπου δεν συμβαίνει τίποτε ή μικροπράγματα παίρνουν παράλογες διαστάσεις

damm

[dam:] subst.
< damm, dammen, dammar >
- vattensamling, bassäng
φράγμα, υδατοφράχτης, ανάχωμα
Sammansättningar:
  • bevattningsdamm - αρδευτικό φράγμα
  • ankdamm - λιμνούλα με πάπιες
Övrig: φράγμα, υδατοφράχτης, ανάχωμα, αρδευτικό φράγμα, λιμνούλα με πάπιες

ordAZ.se

Välkommen till OrdAZ, en plats som hjälper dig lära dig ett nytt språk på ett snabbt, enkelt och effektivt sätt.