anställningsstoppet på grekiska

Här ar alla anställningsstoppet översättning till grekiska

anställning

[2An:stel:[email protected]] subst.
< anställning, anställningen, anställningar >
- arbete, jobb, plats, tjänst
διορισμός (θέση, υπηρεσία, πρόσληψη)
Exempel:
  • ta anställning vid SJ - διορίζομαι στους Σιδηροδρόμους Σουηδίας
  • fast anställning - μόνιμος διορισμός
Sammansättningar:
  • anställningsstopp - διακοπή διορισμών
  • anställningstid - χρόνος διορισμού
  • anställningstrygghet - κατοχύρωση (υπηρεσιακής) θέσης
  • anställningsbevis - πιστοποιητικό διορισμού
  • anställningsintervju - συνέντευξη για διορισμό
  • projektanställning - διορισμός για μια συγκεκριμένη μελέτη (έρευνα)
Övrig: διορισμός, διακοπή διορισμών, χρόνος διορισμού, κατοχύρωση θέσης, πιστοποιητικό διορισμού, συνέντευξη για διορισμό, διορισμός για μια συγκεκριμένη μελέτη, θέση, υπηρεσία, πρόσληψη

ordAZ.se

Välkommen till OrdAZ, en plats som hjälper dig lära dig ett nytt språk på ett snabbt, enkelt och effektivt sätt.