ansvarsfrihet på grekiska

Här ar alla ansvarsfrihet översättning till grekiska

ansvarsfrihet

[2An:sva:r+sfri:he:t] subst.
< ansvarsfrihet, ansvarsfriheten >
- godkännande av en styrelses verksamhet under föregående period
έγκριση των πραχθέντων ενός συμβουλίου
Exempel:
  • bevilja ansvarsfrihet - επικύρωση των πεπραγμένων ενός συμβουλίου (κατά την προηγηθείσαν περίοδο)
Övrig: έγκριση των πραχθέντων ενός συμβουλίου

frihet

[2frI:he:t] subst.
< frihet, friheten >
- makt att själv bestämma över sina handlingar
ελευθερία (ανεξαρτησία, ”το ελεύθερο”, τόλμη, απαλλαγή)
Exempel:
  • missbruka sin frihet - καταχρώμαι την ελευθερία (μου)
  • frihet att välja - ελευθερία να επιλέξει (εκλέξει) κανείς
Uttryck:
  • ta sig friheten att göra något ("göra något utan tillstånd") - παίρνω το θάρρος να κάνω κάτι
  • ta sig friheter ("uppträda oförskämt") - παραπαίρνω θάρρος, γίνομαι αναιδής
Sammansättningar:
  • rörelsefrihet - ελευθερία κίνησης
  • handlingsfrihet - ελευθερία δράσης
  • ansvarsfrihet - απαλλαγή ευθύνης (ενός συμβουλίου για την οικονομική διαχείρηση)
  • pressfrihet - ελευθερία τύπου
  • frihetsberövande - στέρηση ελευθερίας
  • frihetskamp - απελευθερωτικός αγώνας
  • frihetsstraff - φυλάκιση
Övrig: ελευθερία, ελευθερία κίνησης, ελευθερία δράσης, απαλλαγή ευθύνης, ελευθερία τύπου, στέρηση ελευθερίας, απελευθερωτικός αγώνας, φυλάκιση, ανεξαρτησία, ”το ελεύθερο”, τόλμη, απαλλαγή

ordAZ.se

Välkommen till OrdAZ, en plats som hjälper dig lära dig ett nytt språk på ett snabbt, enkelt och effektivt sätt.